WordPress WooCommerce Themes

Η λατινική του ονομασία είναι Myristica fragrans Houtt. (Μυριστική η ευώδης). Είναι δέντρο, ιθαγενές των Μολούκων που καλλιεργείται στις τροπικές χώρες από το οποίο παίρνουν το μοσχοκάρυδο και το μασίς (παράσιτο πάνω στη φλούδα του μοσχοκάρυδου). Ο κορμός και τα φύλλα μοιάζουν με την καρυδιά. Βγάζει ένα καρύδι που μυρίζει όμορφα όπως ο μόσχος. Το καρύδι είναι κρυμμένο μέσα σε ένα καρπό που μοιάζει με μικρό ροδάκινο. Υπάρχουν περίπου 80 ποικιλίες του μπαχαρικού, αλλά οι ειδικοί εκτιμούν ότι το «θηλυκό» μοσχοκάρυδο είναι το καλύτερο.

Το Μοσχοκάρυδο ήρθε για πρώτη φορά στην Ευρώπη το 1512 από πορτογάλους ναυτικούς που το προμηθεύτηκαν από τα νησιά Μπάντα. Τότε απόκτησε φήμη πανάκειας (το χρησιμοποιούσαν για 138 διαφορετικές ασθένειες) και το έτρωγαν πολύ ως τονωτικό. Οι παραισθησιογόνες ιδιότητες του μπαχαρικού ανακαλύφθηκαν σύντομα, μια και έφερνε σε παραληρηματική μέθη όσους κατανάλωναν μεγάλη ποσότητα απότομα. Αν κάποιος πάρει ποσότητα 7,5 γραμμαρίων ή περισσότερο μπορεί να εμφανίσει σπασμούς και ταχυπαλμία.

Συγκεκριμένα οι κινέζοι το παίρνουν για να ζεστάνουν το στομάχι και να ρυθμίσουν τη ροή του Κι (ενέργεια). Χρησιμοποιείται επίσης στην κλασική διάρροια κατά την πρωινή έγερση που συνδέεται με αδυναμία του Κι.

Ο καρπός θυμίζει με το σχήμα του ένα μικρό αχλάδι, που όταν ωριμάσει ανοίγει και αφήνει να φανεί η κόκκινη σάρκα που περιβάλλει ένα γυμνό σπόρο, το μοσχοκάρυδο.

Οι δραστικές ουσίες που περιέχει το μπαχαρικό είναι 40% λιπίδια (βούτυρο μοσχοκάρυδου) και 10% ένα αιθέριο έλαιο που περιέχει αλκοόλες, σαφρόλη και ένα τοξικό βενζολικό παράγωγο, τη μυριστικίνη. Η σάρκα του καρπού είναι πλουσιότερη σε αιθέριο έλαιο, αλλά φτωχή σε βούτυρο.

Το βότανο δρα ως άφυσο, πεπτικό, τονωτικό, σπασμολυτικό, αντιεμετικό, διεγερτικό της όρεξης και αντιφλεγμονώδες.

Τον καρπό τον χρησιμοποιούμε ως γιατρικό του πεπτικού για την ναυτία, τον έμετο, τη διάρροια, ιδίως αν οφείλεται σε τροφική δηλητηρίαση. Κλινικές μελέτες έχουν δείξει θετική δράση του βοτάνου στη θεραπεία της νόσου του Crohn. Στη λαϊκή ιατρική χρησιμοποιούσαν το εξωτερικό περίβλημα του μοσχοκάρυδου για να κάνουν αλοιφή που έβαζαν σε προβλήματα ρευματισμών.

Στην αρχαιότητα το χρησιμοποιούσαν ως θυμίαμα. Κατά το 16ο αιώνα απέκτησε μεγάλη σημασία γιατί ήταν σπάνιο και ακριβό μπαχαρικό και οι Ολλανδοί έμποροι σχεδίαζαν ακόμα και καταστροφές των φυτειών στην Ινδονησία έτσι ώστε να κρατήσουν την τιμή του υψηλή.

Μετά από την συγκομιδή των καρπών της μοσχοκαρυδιάς, τα σπόρια αφαιρούνται και ξεραίνονται στον ήλιο και για περίπου 1,5 μήνα. Στη συνέχεια το ξερό κέλυφος σπάζεται και μαζεύεται η ψίχα. Τα μοσχοκάρυδα είναι στρογγυλά, έχουν χρώμα γκριζωπό και η επιφάνεια τους είναι ρυτιδωμένη. Περιέχουν αιθέρια έλαια σε ποσότητα περίπου 10%.

Το μοσχοκάρυδο χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική, στην αρτοποιία, στη μαγειρική, στον αρωματισμό των λουκάνικων και κρεάτων, σε διάφορες σάλτσες αλλά και λικέρ.

Βάρος 0.100 κ.